ἔκλουτρον

ἔκλου-τρον, τό,
A washing-vessel, Poll.10.46.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έκλουτρον — ἔκλουτρον, το (Α) σκεύος για λούσιμο …   Dictionary of Greek

  • ἐκλούτρων — ἔκλουτρον washing vessel neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λουτρό — Ο χώρος όπου οι άνθρωποι λούονται. Λ. ονομάζεται επίσης η χρήση ψυχρού ή θερμού νερού για τον καθαρισμό του σώματος (λούσιμο) ή για θεραπευτικούς σκοπούς (ιαματικά λ.). Εκτός από το νερό, στα ιαματικά λ. χρησιμοποιούνται ακόμα διάφοροι ατμοί ή… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.